Ανατροπές στους κανόνες που έχει ορίσει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων για την κατοχύρωση του αφορολόγητου ορίου των 800.000 ευρώ στις γονικές παροχές χρηματικών ποσών προκαλεί απόφαση-βόμβα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την απόφαση κρίθηκε ότι για τη γονική παροχή/δωρεά χρηματικού ποσού, η δήλωση στην ΑΑΔΕ μπορεί να υποβληθεί και πριν από τη μεταφορά του ποσού από λογαριασμό σε λογαριασμό, χωρίς να χάνεται το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ.
Το δικαστήριο δεν στάθηκε στο τυπικό της διαδικασίας της δωρεάς, αλλά έκρινε την ουσία, καθώς δεν αμφισβητείται η δωρεά ούτε η δήλωσή της, αλλά το πρόβλημα που εντόπισε η εφορία ήταν οι χρόνοι υποβολής της δήλωσης και του πραγματικού γεγονότος.
Πρόκειται για την υπ’ αριθμόν 1703/2025 απόφαση του ΔΠΘ, η οποία δημοσιεύτηκε στις 9 Ιανουαρίου 2026 και με την οποία έγινε δεκτό ότι, σε αντίθεση με τα όσα ορίζει η υπ’ αριθμόν Ε2077/2022 εγκύκλιος της ΑΑΔΕ, το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ για γονική παροχή χρηματικού ποσού ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία η μεταφορά του ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό του γονέα στον τραπεζικό λογαριασμό του τέκνου πραγματοποιείται μετά την υποβολή της δήλωσης φόρου δωρεάς-γονικής παροχής εφόσον κι από άλλα γεγονότα που ακολουθούν άμεσα επιβεβαιώνεται με ασφάλεια ότι η υποβληθείσα δήλωση συσχετίζεται με τη συγκεκριμένη μεταφορά του χρηματικού ποσού.
Το δικαστήριο, μάλιστα, τονίζει επίσης ότι η εγκύκλιος της ΑΑΔΕ που δεν το επέτρεπε «στερείται δεσμευτικής ισχύος, καθόσον αποτελεί εσωτερικό έγγραφο οδηγιών και πρακτικών παραδειγμάτων και όχι κανονιστική πράξη θεσπίζουσα κανόνες δικαίου».
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι:
Στο πλαίσιο δυνατότητας που παρέχεται, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης, για την υποβολή δήλωσης φόρου γονικής παροχής εντός εξαμήνου από την παράδοση χρημάτων (με μεταφορά χρηματικών ποσών μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων), μπορεί να υπάρχει μια εύλογη χρονική απόσταση μεταξύ των σταδίων της υποβολής δήλωσης φόρου γονικής παροχής και της παράδοσης της παροχής.
Η ερμηνεία αυτή δεν ανατρέπεται από τα αναφερόμενα στην Ε2077/2022 εγκύκλιο της ΑΑΔΕ περί υποχρέωσης προσκόμισης και επισύναψης στη δήλωση φόρου γονικής παροχής του αποδεικτικού διατραπεζικής μεταφοράς χρημάτων, που έχει ήδη πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης και τούτο διότι η εν λόγω εγκύκλιος, σε κάθε περίπτωση, στερείται δεσμευτικής ισχύος, καθόσον αποτελεί εσωτερικό έγγραφο οδηγιών και πρακτικών παραδειγμάτων και όχι κανονιστική πράξη θεσπίζουσα κανόνες δικαίου.
Το γεγονός της μεταγενέστερης, ήτοι μετά την υποβολή της δήλωσης φόρου γονικής παροχής, μεταβίβασης του χρηματικού ποσού, δεν στερεί από τον φορολογούμενο τη χρήση της απαλλαγής από τον φόρο, καθότι η μεταφορά των χρημάτων πραγματοποιήθηκε ελάχιστες ημέρες μετά την υποβολή της δήλωσης, ενώ από το προσκομισθέν πωλητήριο συμβόλαιο προκύπτει άνευ αμφιβολίας ότι τα χρήματα αυτά πράγματι αναλώθηκαν από τον προσφεύγοντα για αγορά ακινήτου και μάλιστα του συγκεκριμένου, που περιγράφεται συνοπτικά ως προς τα βασικά του στοιχεία στην επίμαχη δήλωση, καθιστώντας ασφαλή τον συσχετισμό της υλικής ενέργειας της μεταφοράς του ποσού της δωρεάς με την επίμαχη δήλωση φόρου δωρεάς-γονικής παροχής.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Το δικαστήριο, με την απόφασή του, δικαίωσε φορολογούμενο, ο οποίος προσέφυγε σε αυτό επειδή η αρμόδια ΔΟΥ τού επέβαλε φόρο 10% επί χρηματικού ποσού 77.000 ευρώ που έλαβε από τον πατέρα του για να αγοράσει με τα χρήματα αυτά ένα σπίτι, για πρώτη κατοικία.
Πιο συγκεκριμένα, ο προσφεύγων φορολογούμενος υπέβαλε στις 21-1-2022 στην αρμόδια ΔΟΥ δήλωση φόρου δωρεάς-γονικής παροχής, που αφορούσε το χρηματικό ποσό των 77.000 ευρώ, αναγράφοντας ως σκοπό της γονικής παροχής του εν λόγω χρηματικού ποσού την αγορά διώροφης κατοικίας με υπόγειο συνολικής επιφάνειας 158,21 τ.μ. σε περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 27-1-2022, ο προσφεύγων φορολογούμενος έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στον προσωπικό του λογαριασμό στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της ΑΑΔΕ, από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ, με το οποίο εκλήθη να αποστείλει ορισμένα συμπληρωματικά της δήλωσής του στοιχεία, μεταξύ των οποίων και βεβαίωση από την τράπεζα για τη μεταφορά του ποσού της γονικής παροχής από τον γονέα, που κάνει την παροχή προς τον αποδέκτη αυτής.
Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση της φορολογικής αρχής, προσκόμισε το σύνολο των αιτηθέντων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και το από 28-1-2022 αποδεικτικό μεταφοράς ποσού 77.000 ευρώ από λογαριασμό του πατέρα του σε λογαριασμό του ιδίου, με την αιτιολογία «άτυπη δωρεά χρημάτων (γονική παροχή)».
Στις 17-2-2022, με βάση πωλητήριο συμβόλαιο που συνέταξε συμβολαιογράφος της Θεσσαλονίκης, ο φορολογούμενος απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το αναφερόμενο στην ανωτέρω δήλωση φόρου δωρεάς ακίνητο.
Στις 13-5-2022, η αρμόδια υπάλληλος της ΔΟΥ προέβη στην εκκαθάριση της παραπάνω δήλωσης φόρου δωρεάς-γονικής παροχής και υπολόγισε φόρο προς βεβαίωση ποσού 7.700 ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό 10% της αξίας της γονικής παροχής του χρηματικού ποσού, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αφαίρεση εφάπαξ αφορολόγητου ποσού 800.000,00 ευρώ.
Στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα της ΑΑΔΕ που συνόδευε το αποσταλέν στον προσφεύγοντα αντίγραφο της εκκαθαρισθείσης δήλωσης αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Έγινε υποβολή δήλωσης δωρεάς χρηματικού ποσού χωρίς να υπάρχει έως την ημερομηνία υποβολής (της δήλωσης) μεταφορά χρημάτων μέσω τραπέζης. Βάσει ν.4938/2021 φορολογείται με 10% επί του ποσού της δωρεάς. Θα ακολουθήσει βεβαίωση του φόρου».
Ενδικοφανής προσφυγή
Κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου γονικής παροχής-δωρεάς ύψους 7.700 ευρώ, ο φορολογούμενος υπέβαλε στις 6-6-2022 ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, ζητώντας την ακύρωσή της. Με την προσφυγή αυτή προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η φορολογική αρχή εσφαλμένα τού επέβαλε αυτοτελή φόρο με συντελεστή 10%, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την αφαίρεση, προκειμένου για την επιβολή φόρου γονικής παροχής, εφάπαξ αφορολόγητου ποσού 800.000 ευρώ, επί μεταφοράς χρημάτων μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθότι αποδεικνυόταν η μεταφορά του ποσού της γονικής παροχής και η σύνδεσή της με την αγορά του ακινήτου, που επακολούθησε. Και τούτο διότι, όπως υποστήριξε, η επίμαχη γονική παροχή, όπως ρητώς αναγραφόταν στην υποβληθείσα στην αρμόδια ΔΟΥ δήλωση φόρου δωρεάς-γονικής παροχής, είχε ως σκοπό την αγορά του ανωτέρω συνοπτικώς περιγραφόμενου ακινήτου από αυτόν, δηλαδή ο σκοπός δηλώθηκε ρητά και υπάρχει χρονική αντιστοιχία, καθώς μέσα σε λιγότερο από μήνα υπεβλήθη η δήλωση, πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των χρημάτων και καταρτίστηκε το πωλητήριο συμβόλαιο, ενώ και το ποσό της μεταφοράς ταυτίζεται με το τίμημα για την απόκτηση του ακινήτου. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.
Η ενδικοφανής προσφυγή απορρίφθηκε, ωστόσο, με απόφαση του προϊσταμένου της ΔΕΔ, διότι κρίθηκε ότι «η υλική πράξη της μεταφοράς των χρημάτων έπρεπε να προηγηθεί της υποβολής της δήλωσης φόρου δωρεάς-γονικής παροχής, ώστε να είναι εφικτή η συσχέτιση της συγκεκριμένης μεταφοράς των χρημάτων με τη δήλωση και η εφαρμογή της αφαίρεσης εφάπαξ αφορολόγητου ποσού 800.000 ευρώ, βάσει του ν. 4839/2001, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο. Περαιτέρω, εξαιτίας της μη τήρησης της χρονικής αυτής αλληλουχίας, συνήχθη τεκμήριο ότι η δήλωση σχετίζεται με προγενέστερη δωρεά χρημάτων, η οποία διενεργήθηκε εκτός τραπεζικού συστήματος».
Ο φορολογούμενος προσέφυγε κατά της παραπάνω απορριπτικής απόφασης της ΔΕΔ στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, το οποίο τον δικαίωσε, εκδίδοντας την παραπάνω απόφαση με το προαναφερθέν σκεπτικό.

